.

.

.

$('.flexslider').flexslider({ animation: "slide", controlNav: true, directionNav: true, easing: "swing", slideshowSpeed: 3000, animationSpeed: 600, });
Από το Blogger.

Recent Comments

Recent Posts

Επικοινωνηστε μαζι μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Business

Flickr Widget

Translate

Εφημερευοντα Φαρμακεια Σιατιστα

Recent

Comments

Τελευταίες Ανα

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017



 «Η κυρά Κάλλιου στου Μάη»

- Τσι αναβαλτζμός ένιτσι όξου, μαρ θυγατσέρα;

- Τα πιδιά, μάνα. Τα πιδιά ξισ'κώθ'καν 'ια του Μάη.

- Ούι ντζίπ αστόησα. Πότσι γκύλτσιν ου κιρός κι έφτασιν ου Μάης, ούτσι τουν πήρα χαμπάρ'. Φεύγ'ν τα καψουχρόνια. Ε, είμασταν κι μεις καμιά φουρά νιέις; Απ λιές μια χρουνιά, σαν τώρα ιά θ'μούμι, ιά είχα, ιά δεν είχα πατήσ' τα δικαπέντζι, έρχιτσι μιά 'ειτόν'τσα μας, Ματσή ν' ίλιγαν, κι λιέισιν τ' νινιέ σ': Μαρ Κάλλιου, δώ' μ΄ ψίχα του χαβάν'τς να στουμπίσου ν' γκανιέλα ιά του ρ'ζόγαλου. Να στου δώσου Ματσή, μα να μ' του φέρ'ς αγλήγουρα, θέλου κι γω να στουμπίσου κανιέλα. Ε, έκαμιν τ' δ'λειά τ'ς η υνιαίκα, του 'φιριν του χαβάν', στουμπίζ' κι η νινιέ σ', βράζ' του ρ'ζόγαλου, ιμόζ' τρεις πιατάντζις Κουνσταντζινουπουλίτσ'κις κι φκιάν' κάτσ' 'λούδια μι ν' γκανιέλα, στα μάτσια μ' τα 'χου. Μουσκουβόλ'τσιν ου μαειριός. Ήταν πουλύ νοικουκυρά, πουλύ άξια η νινιέ σ'. Κι αν πεις πιρήφαν', άλλου πράγμα. Νταϊλιάνα υνιαίκα. Πρώτα τα θ'κάτς τα φαϊά κι τα ρ'ζόγαλα χα να κουβαλήσ' στου τρανό του σ'νίτς ου Ναούμ'ς τ' Ντούντα στουν Αιχ'στόφουρου κι ύστσιρα 'πού τσ' άλνους που 'ταν σην παρέα τς.

Ε, απ' λιες, ζύγουσιν να σεβ' ου μήνας. Απού βραδύς τσοιμάσ'καν όλα κι παράγγειλιν του Ναούμ νάρθ' τα ξημιρώματα ιά να τα κουβαλήσ'. Χαράζουντας ακούμι του τσκαλστσήρ'. Ποιος είνι; λιέει η νινιέ σ'. Έλα, άνξι κυρά Κάλλιου. Ιγώ είμι, η Ξιάγκλια. Ανοίγει η νινιέ σ'.

- Ιέλα μέσα κυρά Ξιάγκλια, τσι θέλτ'ς;

- Χαλιεύου να πεις τουν Ναούμ ύστσιρα 'πού τη σένα νάρθ' σι μας να κουβαλήσ'. Δώ' μ' άχαρ κι μια σταξιά σκόρδου 'πού του μπαχτσέ σ' να βάλου στου στόμα μ', να μη μι τσακίσ' ου κούκκους κι κανά γουμάρ'.

- Πάρι μαρ. Γλιέπου δεν τ' αφήντς τ' αντέτ'.

- Είνι να τ' αφήκ'ς; Σι τσάκ'σιν κούκκους ή γουμάρ' προυτουμαϊά, καρτσέρα αναπουδιά. Να σ' πω τρουμάρα το 'χου σα θυμ'θώ του χνιέρ' πώπαθιν η Ντζέπου μια χρουνιά του Μάη π' δεν έφαγιν σκόρδου.

- Τσι έπαθιν μαρ;

- Ιά: Πήγιν μι ν' παρέα, έφαγαν, ήπιαν κι ξαπλώθ'καν στα χουρτάρια. Ικεί π' τραγδούσαν τ' Μάη τα τραγούδια, «λούσου κι άλλαξι Μπηίνα κι κουντά μου πλάιασι...», ρουκώνιτσι ένα σούζουλου 'πού κάτ' 'πού του συντρόφ' τ'ς. Τώρα γκασιανίτσα ήταν, μπάιαγκας ήταν, μπουμπλιάτσ'κα ήταν, θα σι 'ιλάσου, κι ν' τραβάει ένα τσιούμζμα χαμπ'λά, κι τ'ς φκιάν' έναν φούλτακαν π' βιρβέρ'ξιν 'πού τουν πόνου. Δυό βδουμάδις στραβουκάθουνταν κι ούριαζιν 'πού τ'ς πόν', ώσπου ντάλτσιν ου άντρας τ'ς κι τ'ς έσπασιν τουν φούλτακα κι ησύχασιν η κατράνου.



- Ντζέ μαρ σώπα κι σύ. 'Πού του σκόρδου. ' Aκουι. Ήταν να του πάθ' κι τόπαθιν. Ιγώ π' δε βάνου σκόρδου στου στόμα μ' τσι παθαίνου μαρ;

- Δεν ξέρου ισύ. Μα ιγώ τόχου ξιταγμένου. Κάθι Μάην ματσικαλνώ ψίχα σκόρδου ιά του καλό.

Έφυγιν η Ξιάγκλια, να κι η φουνή τ' Ναούμ π' ανηφόρ'ζιν κι τραγ'δούσιν του θκό τ' του τραγούδ' «ιατσί καλιέ μητσέρα μι σιούκουσις προυί, ου ήλιους δεν εβγήκε εις την Ανατολή...».

Σέφ'κιν ου Ναούμς, το' βαλα τουν παλουγόδου στου κιφάλ', ουπάν στουν παλουγόδου του σ'νί κι τα πήγιν στουν Αιχ'στόφουρου. Ξαναύρ'σιν, πήριν κι του σ'νί τσ' Τζιόλιας, κίντσιν, κίντσαμι κι μεις όλ' πού μ' παρέα απ' τ' ακατόπ'.

Στου δρόμου ακούμι τουν κούκκουν. «Σί τσάκσαμι, δε μας τσάκ'σις κούκκι» φουνάζ'ν καναδυό. Ας τραβήξ' τσ' φρουντζίδα τς η Κάλλιου π' δεν έχαψιν σκόρδου, λιέει η Ξιάγκλια...

- Ντζε άχαρ Ξιάγκλια, μι ξικούφανις μι τα σκόρδα κι μι τ'ς κούκκοι κι μι τα γουμάρια. Τσι σ' έπιασιν άχαρ απ' τσ' χαραή σήμιρα, καλ'μέρα δεν είπις. Όλου αυτά έχ'ς στου στόμα σ'.

- Έτσ' να λιές ισύ, Κάλλιου. Τουν φούλτακα τς Τζέπους τουν αστόησις. Καλά, καλά... «Ταχιά τουν κλιαίν».

Ζύγουσάμι στου βακούφ', σέφκαμι μέσα κι έπιασάμι ένα δέντρου. Έστρουσάμι κιλίμια, βιλιέντσις, αράδιασάμι τα φαϊά μι τα ρ'ζόγαλα παρά πάνω στα χουρτάρια κι έκατσάμι. Οι άντρ' αρχίντσαν να πίν' του ηλιαστό. Ήπιαμι κι μεις κι αρχίντσαμι όλ' τα μαΐσια τα τραγούδια.

Κάπουτσι κι άλλου 'υρνώ του κιφάλ' στσις πιατάντζις μι του ρ'ζόγαλου κι γλιέπου ιένα γουμάρ' γκόλιαβου χουρίς σαμάρ', ματσικαλνιούνταν κι ήταν αλειμμένου στσις μύτσις τ' απού ρ'ζόγαλου. Πιτάχνουμι, ουριάζου, 'υρνούν όλ' τρουμαγμέν' σι μένα. Ζυγώνου του γουμάρ' κι του τσακώνου 'πού τ' αυτσιά να του τραβήξου παραπέρα. Αυτό, καθώς μύρσιν του ρ'ζόγαλου 'πού ν' τρανή τσην πιατάντζα, ρούφ'σιν κανιέλα κι 'ν ώρα π' του τραβούσα 'πού τ' αυτσιά, φταρνίζιτσι κι ό,τς είχιν κι ό,τς δεν είχιν στσις μύτσις, όλα στα μάτσια μ' ήρθαν. Μι πιάν' τσούξιμου, κλιάμματα, κι δεν μπουρούσα να ιδώ. Οι άλλ' λιγώθ'καν 'πού τα ιέλια κι η Ξιάγκλια π' μώρρ'χνιν νιρό στα μάτσια, πάλι ιά του σκόρδου μου 'πιν. Είδις Κάλλιου; Αν έτρουγις σκόρδου, δε χα να του πάθ'ς αυτό. Οι παλιοί π' μας τάφ'καν έτσ', κάτσ ήξιραν.


(Από το βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών έργο του Δ. Παπαπναούμ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ)


  Παπαναούμ Δημήτριος

Γεννήθηκε στη Σιάτιστα το 1906.
Μόλις τελείωσε το Διδασκαλείο μετεκπαιδεύτηκε για 2 χρόνια στα Παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ'  όπου αποφοίτησε με «΄Αριστα».
Αργότερα φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αλλά για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους δεν προχώρησε στο πτυχίο.
Λάτρευε τη Σιάτιστα, την οποία επισκεπτόταν γι' αυτόν το λόγο πολύ συχνά.
Έγραψε τα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ , τα οποία βραβεύτηκαν από την Ακαδημία Αθηνών.
Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Σιατιστέων  Θεσσαλονίκης και συνεισέφερε σε μεγάλο βαθμό στην έκδοση του Λευκώματος ΣΙΑΤΙΣΤΕΩΝ ΜΝΗΜΗ.
Τέλος αφιέρωσε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας το ποίημα ΣΙΑΤΙΣΤΑ.




Πηγη: siatistanews.gr










 
Categories: